Κυριακή, 17 Αυγούστου 2008

Δύση εναντίον Ανατολής;

Οι ερμηνείες της πολεμικής σύγκρουσης στον Καύκασο φανερώνουν τις αδυναμίες κατανόησης της γεωπολιτικής των ΗΠΑ και τις αντιφάσεις της. Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι τα εξής: Γιατί το αμερικανικό Πεντάγωνο (και το Ισραήλ) εξόπλισε τη Γεωργία και την προέτρεψε να επιτεθεί στη νότια Οσετία; Είναι πλέον γνωστό πως από τις 12 Ιουλίου έως και μία εβδομάδα πριν από την 7η Αυγούστου ο στρατός της Γεωργίας και αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις έκαναν ευρείας έκτασης ασκήσεις, που ήταν η πρόβα τζενεράλε για την εισβολή. Γιατί ο αντιπρόεδρος Τσέινι μιλούσε για «απάντηση στη Ρωσία» και υποσχόταν αμέριστη βοήθεια (ο υπεύθυνος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας της Γεωργίας Alexandre Lomaia διαβεβαίωνε συνεχώς τους συμπατριώτες του ότι «…θα λάβουμε σημαντική βοήθεια από το εξωτερικό…), ενώ η υπουργός Εξωτερικών Κ. Ράις διαβεβαίωνε τον πρόεδρο της Γεωργίας Σαακασβίλι ότι θα τον στηρίξει αλλά κατ’ ιδίαν τον συμβούλευε να μην επιτεθεί; Κάποιοι απαντούν ότι όλα οφείλονται στην αλαζονεία και την ηλιθιότητα του αμερικανοθρεμένου προέδρου της Γεωργίας Σαακασβίλι που υπερτίμησε τη δύναμη του υπερατλαντικού προστάτη του. Άλλοι μιλούν για το… αμφίσημο μήνυμα της κ. Ράις και την «αντιφατική» πολιτική των ΗΠΑ στην περιοχή, αφού ό,τι είναι θεμιτό για το Κόσοβο θεωρείται αθέμιτο για τη Ν. Οσετία και την Αμπχαζία (ως γνωστόν ο Πούτιν προειδοποιούσε σχετικά), ενώ υποτιμήθηκε η αντίδραση της Ρωσίας. Τέλος άλλοι μιλούν για «κρας τεστ»! Οι απαντήσεις αυτές μοιάζουν ακατανόητες και οδηγούν σε λανθασμένα συμπεράσματα, όπως ότι από τον μονοπολικό κόσμο (ΗΠΑ) επανερχόμαστε στον «διπολικό» (ΗΠΑ-Ρωσία). Τα πράγματα συγχέονται ακόμα περισσότερο όταν κάποιοι μιλούν για «μονοπολυπολικό» διεθνές σύστημα. Εκείνο που είναι βέβαιο για την ώρα είναι πως η πλανητική πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ αμφισβητείται, όχι μόνο ιδεολογικά, αλλά και πρακτικά (ρωσική αντίδραση), δικαιώνοντας όσους μιλούν για παρακμή της αμερικάνικης αυτοκρατορίας και για τη διαμόρφωση μια νέας «υψηλής στρατηγικής»(Κάπτσαν). Μόνο που η νέα στρατηγική δεν διαμορφώνεται σε κενό αέρα, αλλά μέσα από τη σύγκρουση των δύο παραδοσιακών τρόπων σκέψης, δηλαδή του ιδεαλισμού (Τσέινι, Γούλφοβιτς) και του ρεαλισμού (Ράις, Φουκουγιάμα, Κάπτσαν, Ομπάμα). Ακριβέστερα, και στις δύο περιπτώσεις έχουμε το κοινό σημείο της υποστήριξης των αμερικανικών συμφερόντων, αλλά με διαφορετικές τακτικές. Βέβαια, τόσο ο ένας όσο και ο άλλος τρόπος σκέψης μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένο προσδιορισμό των άμεσων συμφερόντων καθώς και σε λάθος επιλογή των πρακτικών προώθησής τους. Αυτό συνέβη στο Ιράκ και τώρα στον Καύκασο. Μόνο στην περίπτωση του Ρούσβελτ, που επικαλούνται οι του Ομπάμα, έχουμε συνδυασμό ιδεαλισμού και ρεαλισμού.

Η αλαζονική πολιτική Μπους και των νεοσυντηρητικών, η περιφρόνηση των διεθνών θεσμών, ο δεσποτισμός, η δυσαρέσκεια της Ευρώπης, ο αντιαμερικανισμός και η ενίσχυση των εξτρεμιστών διαφόρων αποχρώσεων οφείλεται σύμφωνα με πολλούς Αμερικανούς αναλυτές στην ανισορροπία μεταξύ ρεαλισμού και ιδεαλισμού. Το γεγονός αυτό επέφερε το διχασμό της Δύσης και το τέλος της πολιτικής κοινότητας που εδραίωσε το διεθνές σύστημα μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Σύμφωνα με τους «ιδεαλιστές» νεοσυντηρητικούς, όπως ο Πολ Γούλφοβιτς, η αμερικανική επιδίωξη είναι η «ανάπλαση του κόσμου κατ’ εικόνα της Αμερικής», ενώ οι ρεαλιστές «ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για την ασφάλεια των ΗΠΑ» και την κυριαρχία στο ημισφαίριό τους.
Όταν ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας θέτει στις ΗΠΑ το δίλημμα να διαλέξουν μεταξύ Γεωργίας και Ρωσίας, γνωρίζει πολύ καλά τις παραπάνω αντιθέσεις και ότι στο εσωτερικό της Αμερικής υπάρχουν ισχυρές «φωνές» που προτείνουν τη χάραξη μιας νέας «υψηλής στρατηγικής» ισορροπίας δυνάμεων, που δεν θα εμποδίζει αλλά θα διευκολύνει την ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οποία θα συμπεριλαμβάνεται και η Ρωσία. «Η Αμερική πρέπει να σχεδιάσει μια σοβαρή στρατηγική ενόψει της μετάβασης σε έναν κόσμο πολλαπλών κέντρων ισχύος τώρα που έχει ακόμη την πολυτέλεια να το πράξει. Αυτή είναι η κεντρική πρόκληση του Τέλους της Αμερικανικής Εποχής» (Κάπτσαν). Με άλλα λόγια ο Κάπτσαν λέει ότι η μετάβαση πρέπει να γίνει τώρα για να γίνει με τους όρους των ΗΠΑ. Ο Αμερικανός διεθνολόγος και μέλος του εθνικού συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΠΑ επί Κλίντον προτείνει μια νέα «διαχείριση των σχέσεων ανάμεσα στα αντίπαλα κέντρα ισχύος», την ισότιμη συνεργασία με την Ευρώπη (που θα εκτείνεται ως τα Ουράλια), τη διευθέτηση των κρίσεων στη νοτιοανατολική Ευρώπη (αλλαγή ακόμη και συνόρων στα Βαλκάνια και επίλυση των διαφορών Ελλάδας Τουρκίας μέσω της ένταξης της τελευταίας στην ΕΕ), την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους, τη στροφή των μουσουλμάνων και των αράβων εναντίον των αυταρχικών πολιτικών καθεστώτων τους και τη δημιουργία «περιφερειακών ζωνών ευημερίας», που θα είναι τα αναχώματα στα εκατομμύρια των μετακινούμενων μεταναστών από τις φτωχές προς τις πλούσιες χώρες! Αλλά πάνω απ’ όλα ο Κάπτσαν ανησυχεί για τον τρόπο μετάβασης. Αν θα είναι ειρηνικός, όπως συνέβη με τη μετάβαση από τη βρετανική στην αμερικανική ηγεμονία (αυτοκρατορία) ή θα είναι συγκρουσιακός(ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος).
Πέραν, όμως, απ’ όλα τα παραπάνω, υπάρχει και μία άλλη διάσταση των πραγμάτων που απαντάει στο ερώτημα: γιατί η Ράις αντιμετωπίζει τη Ρωσία με όρους του 1968(εισβολή στην Τσεχοσλοβακία) και του 1980; Διότι το ρήγμα στο εσωτερικό των ΗΠΑ είναι μεγάλο (μεγαλύτερο από τον πόλεμο στο Βιετνάμ καθώς τώρα οφείλεται στις τεράστιες κοινωνικές ανισότητες σύμφωνα με τον Π. Κρούγκμαν) και ως γνωστόν η ψυχροπολεμική αντιπαράθεση είναι αναγκαία(και λόγω εκλογών) αφού αυτή είχε καταφέρει τη δεκαετία του 1980(Ρήγκαν) να γεφυρώσει το ανάλογο ρήγμα. Εξάλλου, μία ανάλογη ένταση το 2004 (μήνυμα Μπιν Λάντεν την παραμονή των εκλογών) έδωσε άνετη πλειοψηφία στον Μπους.
Γενικά, η «εγχώρια πίεση» στις ΗΠΑ οδηγεί σε πολιτικές των άκρων. Πάντα τα αποκλίνοντα οικονομικά συμφέροντα των διαφόρων περιοχών των ΗΠΑ είχαν αντίκτυπο στις αμερικανικές στρατηγικές δεσμεύσεις στο εξωτερικό. Εκτός όμως από αυτό, ένας άλλος λόγος που δεν μπορούμε να καταλάβουμε τη σύγκρουση στον Καύκασο είναι γιατί ξεφεύγει από τα γεωοικονομικά κριτήρια. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε τοπικό(Ελλάδα-Σκόπια) και παγκόσμιο επίπεδο. Κι αυτό γιατί ο εθνικισμός αποτελεί και πάλι ένα ισχυρό κριτήριο καθώς οι πόλεμοι που πριν γίνονταν για λόγους επίδειξης δύναμης και αρπαγής πλούτου, τώρα θα επενδύονται με τα ανταγωνιζόμενα εθνικά ιδεώδη, δηλαδή την εθνική ιδεολογία αλλά και με νέες αντιτιθέμενες κοσμοθεωρίες (δυτική δημοκρατία-ανατολικός δεσποτισμός).